δάφνη


δάφνη
[дафни] ουσ. Θ. лавр, лавровое дерево,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δάφνη" в других словарях:

  • Δάφνη — η Дафни – гавань, расположенная в середине Западного побережья Святой Горы Афон. Называется так потому, что, по словам святогорцев, лишь только паломник ступает на афонскую землю, его увенчивает ангел лавровым венцом нетленной славы Этим. δάφνη… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Δάφνη — sweet bay fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάφνη — sweet bay fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δάφνῃ — Δάφνη sweet bay fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάφνῃ — δάφνη sweet bay fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάφνη — (daphnae).Γένος δικοτυλήδονων φυτών της οικογένειας των θυμελαϊδών. Η ελληνική χλωρίδα περιλαμβάνει οκτώ είδη, από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η δ. η μεζέρεια, η δ. η κνέωρη και η δ. η δαφνοειδής.Η πρώτη συναντάται στα δάση της χώρας μας.… …   Dictionary of Greek

  • Δάφνη — Sp Dãfnė Ap Δάφνη/Dafni L C Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • δάφνη — η 1. δέντρο αειθαλές. 2. μτφ., τιμή, δόξα: Αναπαύεται στις δάφνες του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Δάφνη, Αιμιλία — (Μασσαλία 1887 – Αθήνα 1941). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο της ποιήτριας και πεζογράφου Αιμιλίας Ζωιοπούλου. Υπήρξε σύζυγος του επίσης ποιητή Θρασύβουλου Ζωιόπουλου (Στέφανου Δάφνη, βλ. λ.).Έγραψεθεατρικά μονόπρακτα, μεταξύ των οποίων και το βραβευμένο… …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Δάφνη — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 569 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ναυπακτίας του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του νομού, στα όρια με τον νομό Φωκίδος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ναυπάκτου …   Dictionary of Greek